Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αθήνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αθήνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2011

Krisis Greece 2011 - The Prism GR2011

Αν δεν γκρεμίσουμε, δεν θα έρθει η αλλαγή


Πιστοί στο ρητό "η ικανότητα καταγραφής του χρόνου είναι αυτή που μεταφέρει τις μνήμες από γενιά σε γενιά", 14 φωτορεπόρτερ συναντήθηκαν στην Ελλάδα που χτυπήθηκε από την πρωτοφανή κρίση του Ιανουαρίου του 2010

Και από εκεί γεννήθηκε το The Prism 2011. Mία συλλογική καταγραφή της Ελλάδας του χειμώνα 2010-2011, μέσα από το φακό της ομάδας των "14" που έγιναν, για πρώτη φορά, multimedia αφηγητές, με την υποστήριξη των δημιουργών.

To The Prism GR2011 γυρίστηκε σε χρονικό διάστημα 16 εβδομάδων. Οι σκηνοθέτες Νίνα Μαρία Πασχαλίδου και Νίκος Κατσαούνης συνέλαβαν την ιδέα αυτή, θεωρώντας την ως έναν επαναστατικό τρόπο για να μοιραστούν τις ιστορίες τους.
"Σήμερα, οι νέες τεχνολογίες έχουν προκαλέσει μια πραγματική επανάσταση στην αφήγηση και τη διάδοση των ιστοριών. Η δημοσιογραφία περνά από τα χέρια των λίγων στο ευρύ κοινό, το οποίο, έχει πλέον τη δυνατότητα να πει τη δική του ιστορία μέσα από τη δική του ματιά", ισχυρίζονται οι ικανότατοι δημιουργοί που έφτιαξαν το πρωτότυπο ντοκυμαντέρ στην ιστοσελίδα τους theprism.gr.

πηγή: http://news247.gr/


Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2011

Εξάρχεια: εκεί που ακόμη αναπνέει η σκέψη

Κυριακή, ώρα περίπου 4 το απόγευμα.
Ξεκινάμε τη βόλτα μας στα Εξάρχεια. Είχα τόσο καιρό να περπατήσω στα στενά τους. Με το που στρίψαμε την Τρικούπη, άρχισε να με πιάνει το γνωστό σφύξιμο στο στομάχι, σαν να επρόκειτο να περάσω σε απαγορευμένη περιοχή. Όλα γύρω τόσο γνώριμα. Τα Εξάρχεια τα έζησα πολλά χρόνια, σαν φοιτήτρια, σε όλες τις εκφάνσεις τους. Και όταν τα έζησα, το εννοώ. Περιπλανήθηκα αμέτρητες ώρες στα βιβλιοπωλεία, στις στοές, στα μικρά καφέ. Γέλασα, έκλαψα και ονειρεύτηκα. Η περιοχή αυτή, η τόσο παρεξηγημένη από όλους, η τόσο όμορφα άσχημη, η τόσο βρώμικη, είναι συνάμα η πιο «καθαρή» περιοχή που μπορώ να σκεφτώ. Καθαρή από κάθε είδους δηθενισμό, στολίδια και μεγάλα λόγια.
Αυτή η περιοχή ακόμη αναπνέει. Και μαζί της αναπνέουμε κι εμείς.

«Τα Εξάρχεια είναι επικίνδυνα, έχουν αναρχικούς, τρομοκράτες , ανυπότακτους και τεμπέληδες, αν πας εκεί, ψάχνεις το μπελά σου» Πόσες φορές δεν το ακούσατε αυτό;
Λοιπόν, θα σας πω εγώ τί είδα αυτή την Κυριακή: Είδα οικογένειες να τριγυρίζουν με τα καροτσάκια και τα μωρά τους. Είδα φλύαρες παρέες να μιλάνε ασταμάτητα για το μέλλον τους, να αστειεύονται και να φιλοσοφούν. Είδα ένα «αναρχικό πάρκο», το πάρκο Ναυαρίνου, που με το έτσι θέλω συμπολίτες μας μετέτρεψαν σε πάρκο – χώρο χειραφέτισης και αντίστασης, θα προσέθετα.
Είδα μικρά καφέ με προσωπικότητα. Είδα βιβλιοπωλεία-βωμούς της ανθρώπινης σκέψης και ύπαρξης. Είδα εγκατάλειψη και μαγαζιά κλειστά. Τα θύματα της εποχής μας. Είδα γκράφιτι και αμέτρητα συνθήματα παιδιών στους τοίχους. Και δεν εννοώ παιδιών σε ηλικία. Εννοώ παιδιών σε ό,τι αφορά τη σκέψη, την πρωτοβουλία , την όρεξη και τις ιδέες. Γιατί εμείς έχουμε πάψει πολύ καιρό να είμαστε παιδιά. Το κρύψαμε καλά αυτό το παιδί, στο πρώτο συρτάρι του πολυάσχολου γραφείου μας.
Ένιωσα πάλι νέα και δυνατή. Σαν τότε, που εγώ ζωγράφιζα τη ζωή μου στους τοίχους μου και όχι κάποιοι άλλοι για μένα. Και πόσο μάλλον με αυτά τα φρικτά χρώματα της παλέτας τους. Τότε που ένιωθα περήφανη. Τότε που λάτρευα κάθε γωνιά αυτής της πόλης και που κοιτούσα όλο τον κόσμο σαν να ήταν προέκταση του εαυτού μου.




Τα Εξάρχεια ακόμη αναπνέουν και μαζί τους αναπνέουμε κι εμείς. Ανασαίνουμε ένα μέλλον που δεν μας κάνει να ντρεπόμαστε, ένα μέλλον που ενέχει τους ξεχασμένους μας στόχους. Εκεί, δεν ακρωτηριάζεται η βούληση και η σκέψη. Εκεί αφουγκράζεσαι τα όνειρα στους τοίχους, στις γωνίες και στα παγκάκια.
Γιατί σταμάτησα να πηγαίνω στα Εξάρχεια; Μήπως έγινα κι εγώ μια μάζα μαζί με όλα αυτά που σιχαίνομαι; Μήπως φοβάμαι να δω κατάματα τα «γεράματα» της ψυχής μου; Μήπως μου είναι πλέον φρικτά και αφόρητα όλα αυτά που πρεσβεύει και υποννοεί αυτό το μέρος; Μήπως έγινε η αλήθεια και η αυθεντικότητα ο διάολός μας;
Μήπως μου υπενθυμίζει ότι έπαψα να ονειρεύομαι;
Ή μήπως το ότι έπαψα να ζω;
Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2011

Μία γενιά, Ένας σκοπός, μια πόλη δίχως όνειρα.


Είναι τόσα πολλά αυτά που σκέφτομαι τις τελευταίες μέρες. Είναι τόσα τα θέματα για τα οποία θέλω να γράψω. Είναι τόσα τα συναισθήματα που με πνίγουν. Που προέκυψε το γνωστό μου πρόβλημα, δε μπορώ να συγκεντρώσω όλα αυτά σε εποικοδομητική έκφραση που να βγάζει νόημα. Ακόμη και όταν τα σκέφτομαι, πηδάω από σκέψη σε σκέψη και από συναίσθημα σε συναίσθημα. Πώς να γράψεις κάτι της προκοπής με τέτοιο μυαλό;
Σε μια προσπάθεια self-therapy λοιπόν θα ασχοληθώ με το αποτέλεσμα των όσων συμβαίνουν γύρω μας που είναι τα συναισθήματα που μένουν μετά την παρατήρηση και τη σκέψη.

 Αν λοιπόν με ρωτούσε κάποιος εκτός Ελλάδας πως είναι τα πράγματα στη χώρα μου και κυρίως στην Αθήνα νομίζω θα ξεκινούσα με μια λέξη. Εκνευρισμός. Οι καθημερινές ιστορίες Πόλης μας είναι αντίθετες της ζωής που θέλουμε και της κοινωνίας που χρειαζόμαστε.

Στην ιστορία της πόλης μου εχθές μόνο:
είδα χιλιάδες ανθρώπους να διαδηλώνουν εκφράζοντας τη δυσαρέσκεια τους για τον τρόπο που τους φέρεται το Κράτος,
είδα έναν Πατέρα να πεθαίνει μπροστά στο σύμβολο της Ελληνικής δημοκρατίας αντιδρώντας σε μια κοινωνία στην οποία δε βρήκε δουλειά για 3 χρόνια, δεν έχει φαγητό για την οικογένεια του και βλέπει τα νέα μέτρα της κυβέρνησης του να κόβουν συνειδητά το μέλλον στα δυο του κορίτσια του που μόλις αποφοίτησαν από τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της χώρας, 

   
 










είδα κρατικούς στρατούς από χούλιγκαν και Αστυνομία να δημιουργούν κλίμα τρομοκρατίας,
είδα τα ΜΜΕ να καλύπτουν κάθε πραγματικό πρόβλημα κοροϊδεύοντας κάθε τυπικό τηλεθεατή και να ασχολούνται με τα λίτρα του αίματος, το μάρμαρο της πλατείας του συντάγματος, και το δυστυχές γεγονός τον επεισοδίων,
είδα πολιτικούς να εκφράζουν τη δυσαρέσκεια τους στα μέτρα που οι ίδιοι παίρνουν θάβοντας εν γνώσει τους ακόμη πιο βαθιά τους πολίτες της χώρας αυτής και την αυτοκυριαρχία του Ελληνικού κράτους,
είδα εμένα να κάθομαι στο γραφείο μου και να παρακολουθώ όσα διαμορφώνουν την κοινωνία στην οποία γεννήθηκα και χτίζω τη ζωή μου του μέσα από ένα video-παράθυρο.

Αυτά είδα σε διάστημα λίγων μόνο ωρών. Και μετά γυρνούσαν στο μυαλό μου ερωτήματα: Γιατί να τιμωρείται με θάνατο η ειρηνική έκφραση της δυσαρέσκειας; Γιατί δε σκοτώθηκε ποτέ κάποιος από αυτούς που πήγαν να σπείρουν τον θάνατο; Γιατί ποτέ κανείς δεν τους κυνήγησε; Γιατί ο Ελληνικός νόμος δεν τιμωρεί ποτέ αυτούς που το υποθάλπουν; Γιατί να φτάσουμε στο σημείο να λιποθυμούν παιδιά από ασιτία στα Ελληνικά σχολεία; Γιατί ξεμείναμε από ιδέες; Αφού πλέον είναι φανερό πως η πλειοψηφία μας δεν έχει καμιά απολύτως πίστη στην αλλαγή των σημαντικών προβλημάτων? Και αφού δεν πιστεύουμε σε κανέναν γιατί πήγαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι στο σύνταγμα; Γιατί δεν ήμουν κι εγώ εκεί?

Αν στη χθεσινή ημέρα προσθέσεις τους συνεχείς νόμους που σπρώχνουν εργαζόμενους στην φτώχια, συνταξιούχους σε συντομότερη ζωή, απόφοιτους σε ανεργία και αιώνια οικογενειακή εξάρτηση και φτωχούς στις πυλωτές των πολυκατοικιών, εύκολα καταλαβαίνεις ότι ο Έλληνας δεν είναι από αυτούς που θα θελες να συναντήσεις στο δρόμο σου. 

Για αυτό αν με ρωτήσουν “πως είναι τα πράγματα εκεί?” θα πω Εκνευρισμός. Και κανείς δε θα καταλάβει τη σοβαρότητα της λέξης αυτής στην Ελλάδα του 2011.  Όταν γυρνάμε στα σπίτια μας έχουμε το κεφάλι σκυφτό, ένα συνεχές φόβο για τους ανθρώπους γύρω μας, μια ανησυχία για τους δικούς μας και μια μίζερη αντανάκλαση του μελλοντικού εαυτού μας.

Μέσα σε όλα όμως υπάρχει κάτι ακόμη. Ένα περίεργο φαινόμενο έχει δημιουργηθεί, στους ανθρώπους της γενιάς μου (+-30) όπως εγώ το ζω. Κάτι μας ενώνει. Σαν ένα αόρατο πλέγμα να μας φέρνει όλους πιο κοντά, πιο ζεστά. Είμαστε όλοι, γνωστοί και άγνωστοι, λίγο πιο δεμένοι. 
 
















Φαίνεται στα μάτια μας όταν κοιταζόμαστε. Καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλον ακόμη και μέσα στον εκνευρισμό του. Εκεί που κάποτε ήσουν άγνωστος μεταξύ αγνώστων τώρα είσαι μέλος μιας προβληματικής ομάδας.
Μου θυμίζει την εποχή που ήμουν φαντάρος. Όλοι ήταν μεν άγνωστοι αλλά, αδέρφια σου κατά έναν περίεργο τρόπο. Έτσι και τώρα. Έχουμε πλέον περισσότερα κοινά από ποτέ. Μειώνονται τα διακριτικά μας στοιχεία και μοιάζουμε να παίρνουμε θέση, παρατεταγμένοι ο ένας δίπλα στον άλλον. 
Μοιάζουμε με μια γενιά, κάτω από έναν κοινό σκοπό, σε μια πόλη που δε βγάζει πια όνειρα.